Ουράνια Τόξα

Ουράνια τόξα φύτρωσαν

σε όλον τον πλανήτη

όταν μικρούλα κερασιά

εφύτρωσες στο σπίτι

και μία μωβουλιά βροχή

κάλυψε την ψυχή μου

ο πρίγκιπας τη μύρισε

και του φυγε η μύτη

σε πότισα σε κλάδεψα

τα δάχτυλά μου αίμα

το φαγητό το έφτυνα

σα να ταν όλα ψέμα

εσύ όμως μεγάλωσες

και έβγαλες μπουμπούκι

κλωτσιές μπουνιές και κουτουλιές

μικρό μου στρακαστρούκι

τα δόντια μου τα έφαγες

τ’ αυτί μου εκουφάθη

μου πιες το αίμα σα νερό

βαμπίρ χλωμό μου πονηρό

μια πόλη ολάκερη παλιά

στα πόδια σου κυρά μου

τη ρήμαξες την έσκισες

αχόρταγη πυρά μου

κι όταν σε πάρει αγκαλιά

ύπνο να σε ποτίσει

τότε η νέα σου ζωή

δειλά θα ξαναρχίσει

κοιμήσου διαβολάκι μου

κοιμήσου αστακέ μου

κοιμήσου πεταλούδα μπλε

κοιμήσου άγγελέ μου

και άσε εμάς τους θλιβερούς

σ όνειρα ροζ να ρθούμε

μια βάρκα όλη με ευχές

στην πόλη να θαφτούνε

με το φτιαράκι σου εσύ

κοίτα να τις ξεθάψεις

να γίνει η πόλη λαμπερή

και όλοι να χαρούμε

 

 

 

 

Συνάντηση με ιαπωνικό φάντασμα

Αν και το μπλογκ είναι έρημο, τα ιαπωνικά φαντάσματα εξακολουθούν να ζουν στα όνειρά μου Αυτό ήταν τόσο ζωντανό που αισθάνομαι πως του αξίζει μια θέση εδώ μέσα…
Ήταν κάποτε μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας δυστυχισμένη και πολύ μόνη. Πέθανε. Είχε ζητήσει να μην πατήσει ποτέ κανείς στον τάφο της, μα επειδή ποτέ κανείς μας δεν την ήξερε, δεν γνωρίζαμε και την επιθυμία της. Έτσι παίζαμε μέσα στην πράσινη αυλή που περιστοίχιζε την σκαλιστή ταφόπλακα, ανέμελα. Μέχρι που μια ξαδέλφη μας είπε “μη!”
Της κάναμε μνημόσυνο σε μια ιαπωνική ορθόδοξη εκκλησία. Δεν είχαμε γεν για κερί και ο νεοκόρος ζήτησε ταυτότητα. Τελικά πληρώσαμε σε τουρκικές λίρες…
Ύστερα ένας-ένας στεκόμασταν δίπλα στον ιερέα. Έπρεπε να κρατάμε ένα μεταξωτό κόκκινο πανί με κρόσσια ψηλά και να το ανοιγοκλεινουμε με ρυθμό… η προηγούμενη το έκανε ωραία αυτό… φαινόταν εύκολο. Εγώ δε μπορούσα και ο ιερέας με διορθώνει. Μου είπε ότι πρέπει να ψάλλω στα ιαπωνικά κάτι κουβέντες που δεν ήξερα πώς να τις πω.. και τότε άρχισα να αυτοσχεδιάζω, ενώ το πανί γλιστρούσε απ τα χέρια. 

Εψαλλα λοιπόν με δυνατή φωνη κουβέντες ιαπωνικες, αυτές που ξέρω και κάλεσα έτσι το φάντασμα της γυναίκας. Περιφερόταν ανάμεσά μας σε ένα ροζ φόρεμα και η φωνή μου έβγαινε πια από μέσα της. 

“Θέλω να ελευθερωθω, Θέλω να μείνω μόνη” όσο έψελνα τόσο πιο δυνατή γινόταν, μέχρι που με έπιασε απ το λαιμό. Σκέφτηκα ότι θα με πάρει μαζί και δε ήθελα να φύγω. Τότε άλλαξα τα λόγια του ψαλμού, ήθελα μέσα να βάλω την επιθυμία της να φύγει για τον άλλο κόσμο. 

Και τότε για καλή μου τύχη πέρασε απ το ποτάμι μια βάρκα με ψυχές, θηλυκές γαλάζιες ψυχές. Εκείνη πέταξε να χωθεί μέσα και όλος ο κόσμος γύρω την ενθάρρυνε με φωνές και παλαμάκια. Δε χώραγε μα έσπρωξε, πάλεψε, φαινόταν πολύ πρόθυμη να φύγει και είχα αγωνία να χωρέσει. Βρήκε τελικά τη θέση της στη βάρκα, την πήρε το ποτάμι, όσο συνέχισα να την ξεπροβοδίζω με ψαλμούς αυτοσχέδιους.. Κι εγώ τότε απλώς άνοιξα τα μάτια μου. 

Αμφίβιο ερωτικό

Ντίλι ντιλι 

όλα ξεκίνησαν μ ένα φιλί στα χείλη, 

κι εσύ κολυμβήτρια Κινέζα γενναία βούτηξες στα δικά μου σκοτεινά νερά χαρούμενη μικρή μου Χαβανεζα, 

μ ακούω κλάμα θηλυκίσιο λυκίσιο, βόα νεογνέ εγώ είμαι που πάλλομαι με τρόμο, σαν την τρελή τρέχω στο δρόμο

κανείς δεν ξέρει να μου πει τα πρώτης τάξεως μαντάτα που μου κρύβεις, ούτε η κούνια ούτε η μπέλα ούτε του γιατρού η τρέλα.

Νάνι νάνι. Στην αγκαλιά μιας κόρης θέλεις μια μέρα να χωθείς πριν στα πέταλα της μαργαρίτας λιώσεις σκορπισεις και χαθείς.

Ο Σαμουράι με το κομμένο κεφάλι

Όταν ήμουν στον Τόκυο, μου διηγήθηκε ένας Ιάπων μια φρικιαστική ιστορία που μιλούσε για έναν σαμουράι και το κομμένο του κεφάλι. Αυτή την ιστορία θέλω να διηγηθώ σήμερα.

Λοιπόν αυτός, ήταν γιος καλής οικογενείας στο Κυότο, ο πατέρας του πρωτοπαλίκαρο του Σογκούν, μια εποχή που ακόμα οι πολεμιστές κυκλοφορούσαν στο δρόμο με σπαθιά.

Όταν γεννήθηκε όμως ο ήρωάς μας, τον έπιασε το Σογκούν και απαγόρευσε την οπλοφορία. Ο κόσμος όδευε προς πιο ειρηνικές κατευθύνσεις, οι πολεμιστές έπρεπε να ευνουχιστούν.

Ο Σαμουράι μας λοιπόν κυκλοφορούσε στο δρόμο του Κυότο άοπλος, ανήμπορος. Κι εκεί που επέστρεφε μια μέρα σπίτι του μεθυσμένος από μια ιζακάγια, τον βλέπει στο δρόμο της η κουνοϊτσι (θηλυκιά νίντζα) απόγονος της φυλής Ιγκάνο.

Τον είδε λοιπόν και της γυάλισε, είπε να τον πλησιάσει, τυλιγμένη στην καλοκαιρινή της γιουκατα, γιούχου του φώναξε, κι εκείνος έτσι όπως ήταν μεθυσμένος και απογοητευμένος απ’ τον εαυτό του, την κοιτάει και του φαίνεται δέκα φορές πιο όμορφη απ’ ό,τι θα γινότανε αλλιώς. Όμως αυτός δεν είναι ο έρωτας; Να βλέπεις τον άλλον με τη λάθος τη ματιά.

Ο Σαμουράι βέβαια τη σεβάστηκε την Κουνοϊτσι – χωρίς να ξέρει ότι είναι νίντζα η γυνή – τη σεβάστηκε και θέλησε να την παντρευτεί να την κάνει δικιά του. Την πέρασε μάλιστα για γκέισα και είπε να την πάρει αποκλειστική, σ’ ένα σπίτι να την κλείσει και να τη βλέπει μόνο αυτός όποτε θέλει.

Στην αρχή η Κουνοϊτσι χάρηκε με όλο του τον ενθουσιασμό, πολύ ήθελε να περάσει χρόνο μαζί του, κι έτσι έγινε, όταν όμως – για να μη στα πολυλογώ – την έκλεισε στη βίλα και της είπε “στο εξής θα μένεις εδώ και θα είσαι μόνο δική μου”, εκείνη το σκασε σαν καλός νίντζα που ήταν – μην τον είδατε τον Παναγή.

Η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Ο Σαμουράι θύμωσε πολύ όταν έμαθε πως η γκέισα ήταν κουνοϊτσι, και έτρεξε να πάρει εκδίκηση. Ο έρμος… Πριν καν την βρει, εκείνη του χε κόψει το κεφάλι.

The End

Με ένα σπαθί

Είχα στην πλάτη την κατάνα, δυο πόδια στο μπατζάκι, τ’ άλλο τσέπη για το κινητό, και  έτρεξα στην πόρτα να ανοίξω, ένα κοριτσάκι καστανό με μπούκλες στην πλαστική γαλάζια νυχτικιά μου λέει, θα μ’ αφήσεις επιτέλους να βγω; περίμενε απαντώ ο μπαμπάς δεν είναι εδώ, είχε δική του κατάνα το μωρό και μου ριξε μία στην κοιλιά, την άνοιξε στα δυο, βγήκε από μέσα η πορνίτσα, πήδηξε με αίμα στο σαλόνι, τίναξε τις μπούκλες στα χάρτινα φανάρια και το μπαούλο της γιαγιάς το γεμάτο αναμνήσεις πεθαμένες, σκέφτομαι φωναχτά μη με ακούσει το παιδί μη μου φρικάρει, μη με φρικάρει, να του κόψω την κεφάλα σαν καρπούζι, ούτε γάτα ούτε ζημιά, ούτε θα γίνω έτσι μαμά, θα φτύνω κουκούτσια μόνο ανέμελη πριν τη χαλάουα. Και τρέχω θρίλερ στο σαλόνι την κατάνα σαν το Χάρο κυνηγάω νιάνιαρα, με κοιτάζουν  οι τάμπουλες οι ράζες, δεν είμαι οχτρός εγώ, σα να τα γέννησα απ’ τα ίδια μου τα σπλάχνα, ρωτάνε αθώα ξέμπαρκα, την πόρτα την άνοιξες ρε μάνα – δε θυμάμαι κάποιος μου είχε χτυπήσει την πόρτα και γεννήθηκε ετούτο δω το σύμπαν, νόμιζα ότι ήταν άλλος μα ήσουν τελικά εσύ, δυο μάτια αγαπησιάρικα παραπονιάρικα, που στάζουν αίμα όταν πέρασα ξυστά την κόψη μου μπροστά τους να μη δουν αγάπη μου γλυκιά, τι θέλω τελικά από ‘σένα;

Συγχώρεση

Δεν ξέρω αν μπόρεσα ποτέ να συγχωρήσω χωρίς ένα σημάδι πως όλα έγιναν για κάποιο λόγο, και τα σημάδια τούτα βρε κοίτα να δεις που μπορεί να υπάρχουν και στ αλήθεια ή αν θες κιόλας τα φαντάζεσαι για παρηγοριά, όμως με όλη τούτη την καινούρια ενέργεια που ανεβοκατεβαίνει αδέσποτα στο κορμί μου τις τελευταίες εβδομάδες, έκανα μια βόλτα νοερή στο παρελθόν και ανακάλυψα πόσο λάθος το κλείδωσα άρπα κόλλα μπα και πονέσω ακόμα λίγο απ’ τα λάθη τις αποτυχίες μου τις μεγάλες, γιατί κάποιος μου είπε πως θα πάθω και καρκίνο απ’ τη στενοχώρια μου ετούτη μιαν ημέρα και έκλασα πατάτες η τρελή. Τις πλένω τώρα εγώ τις αναμνήσεις, με το νερό της αγάπης που μου δωσε η μαϊμού, και δάκρυα πολλά τις πλένω μέχρι να τρίζουν από γυαλάδα και ομορφιά, όσο ξεκολλάνε από πάνω οι θυμοί σάπιοι και βρομεροί, μια απογοήτευση και η πιο μεγάλη μου αποτυχία, έτσι λαμπερότερες από ποτέ θα τις στολίσω στα μάτια μου και κάθε φορά που κοιτάζω αγαπώντας μέσα εκεί ξυπνάει και το δικό σου το χαμόγελο, το παράπονό μου και μια φωτιά που καίει ζεστά.

Την περίμενα μήνες ετούτη την ημέρα με τρόμο, τρόμο μήπως δεν έχω προλάβει να την κόψω, και κουβαλάω μαζί μου τη μαύρη κοτρόνα της δυστυχίας, όμως η ζωή ρουφάει με δύναμη και μια μαϊμού με τύλιξε με την ουρά της, ακάθεκτη, φωτεινή, άντε να πεις όχι στη μαϊμού του πεπρωμένου, δε μ’ άφησε άλλη επιλογή απ’ το να σ αγαπήσω ακόμα περισσότερο για τα μαθήματα που μου δωσες, που μ’ έκανες πιο δυνατή, πιο όμορφη, ζηλεύω τον εαυτό μου ώρες ώρες όταν βλέπω τι  κέρδισα απ’ αυτή την θλιμμένη περιπέτεια η ανόητη, και ναι πες με τρελή αν θες, αλλά απ’ όλ’ αυτά τα τριανταεφτά τρελά τα χρόνια της ζωής μου δε θ’ άλλαζα πια ούτε μια νότα, γιατί τότε πώς θα καταλάβαινα τη μουσική που παίζει τώρα τόσο όμορφη στ’ αυτιά μου, ούτε που θα γύριζα να την κοιτάξω κατάλαβες τώρα για τι μιλάω τόση ώρα;

Αλήθεια στο λέω, η καλύτερη αδρεναλίνη δεν τρύπωσε στα γυρίσματα της τύχης, αλλά στον τρόπο που κρεμιέσαι από πάνω τους. Σαν τη μαϊμού.

Σ ευχαριστώ δροσερέ μου Οκτώβρη, καλωσήρθες Σεπτέμβρη…

 

 

Ξυστό.Μωρό.

Με τις πληγές δεν παίζουμε ξυστό.

Προχωρούσα στο δρόμο και μια μικρή μπουμπού με είδε, άφησε το χέρι της γιαγιάκας και με κοίταζε με κοίταζε με κοίταζε σα ζαλισμένη. “Μπουμπού μου όμορφη” της είπα και γέλασε ξεκαρδιστικά η μπουκλωτή κουκλίτσα. Μετά σκέφτηκα να το πάρω παραμάσχαλα το παιδί, να το πάγω στο σπίτι και να το μεγαλώσω μέχρι να γίνει κοπέλα ολόκληρη. Θα της μάθω αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, τα ιαπωνικά θα είναι η μητρική της γλώσσα, θα της δείξω όλους του χορούς πώς χορεύονται, να πλέκει τα μαλλιά της αφρικάνικες πλεξούδες, γλυκά θα φτιάχνει και θα γλείφουν όλοι τα δάχτυλά τους, θα τραγουδάει μαγικούς σκοπούς που θα την κάνουν ευτυχισμένη, θα τη μάθω να κλαίει να γελάει με την ψυχή της και να λέει πάντα την αλήθεια, να βλέπει όνειρα μελλοντικά και να διαβάζει τα μυαλά των άλλων. Στ’ αλήθεια ένα τέτοιο κορίτσι θα γινότανε βαθιά δυστυχισμένο όταν μεγαλώνουν όμως τα παιδιά μας δε θέλουμε να γίνουνε ευτυχισμένα, θέλουμε μόνο να μας μοιάζουν καθ εικόνα και ομοίωση.

Ίσως τελικά της αγόραζα μια μηχανάρα να την καβαλάει και να ταξιδεύει όλον τον κόσμο μόνη της με το σπαθί στην πλάτη και μια κάμερα στο κούτελο ώστε να βλέπω κι εγώ τα ταξίδια της.

Στ’ αλήθεια θέλω ένα κοριτσάκι να το μεγαλώσω μόνη μου ολομόναχη, αλλά δε θέλω το μπαμπά της, οι μπαμπάδες είναι μπελάδες, θέλουν άλλαγμα, τάισμα, υπομονή, γκρινιάζουν και κάνουν ζημιές, μας κάνουν εμάς τις μαμάδες μόνιμα δυστυχισμένες. Μόνο το σπόρο σου μέσα μου να μεγαλώσει και όλα τ’ άλλα θα τα κάνω μόνη μου στ’ αλήθεια. Μόνη μου, εγώ και το μωρό μου. Μ’ ακούς;

 

 

 

Πώς η Χιονάτη έριξε τους σφυγμούς της

Εντάξει στ’ αλήθεια δεν είχα ιδέα ότι θα το κατάφερνα τελικά, αλλά το πείραμα πέτυχε. Πέτυχε γιατί ξύπνησα το πρωί πνιγμένη στο θυμό και όσο έβηχα ξεχνούσα να πάρω την ανάσα μου, και μ’ έπιασε ο φόβος του θανάτου, ώσπου λέω δε μπάω γυμναστήριο να δαμάσω την τύχη μου η καημένη; Και μπήκα στο τζιμ, άρχισα να κάνω εκείνο κει το μηχάνημα που ανεβοκατεβαίνεις σκαλοπάτια χωρίς να φτάνεις πουθενά και όσο ανέβαινα τόσο τσίτωναν τα νεύρα μιας και σκεφτόμουν όλ’ αυτά που με θυμώνουν, που μου ανεβάζουν το αίμα στο κεφάλι και νιώθω ότι θα μείνω στον τόπο νέα γυναίκα.

Και όσο θύμωνα τόσο ανέβαζα ταχύτητες και με κοίταζε όλο περηφάνια ο γυμναστής γιατί σου λέει αυτή είναι πολύ φιτ, δεν έχει λαχανιάσει καθόλου, δεν είχα λαχανιάσει καθόλου, μα μόλις ήρθε ν αντικρίσει την ανεμοδαρμένη μου μουτράκλα έπαθε ταμπλά, ποιος ξέρει σκιάχτηκε με τη ρυτίδα στο μεσόφρυδο τη δολοφονική και έκανε αργή μεταβολή, πάγωσε και το χαμόγελο στα χείλη, γέλασα χαιρέκακα εγώ από το θρόνο. Και όπως ανέβαινα δέκα δέκα τα σκαλιά σχεδόν πετώντας κοιτάω τους παλμούς μου που είναι από φυσικοί τους πολλοί, και λέω πάει τώρα θα χω πιάσει το 120άρι σαν κάθε φορά που φορτσάρω, όμως όχι κυρίες και κύριοι, το μηχάνημα έδειχνε στα 65-70, πιο κάτω και απ’ την ώρα που κοιμάμαι,η καρδιά χαλάρωνε όσο ο θυμός ανέβαινε τα σκαλοπάτια, το σώμα μου γαλήνεψε που όλο το βάρος του το πήρε ένα μηχάνημα.

Για δες σκέφτηκα, τι κουβαλά το σώμα χωρίς να το γνωρίζω, και ξέχασα θυμούς τσαντίλες,άρχισα να σκέφτομαι άλλα, άσχετα, και τότε άρχισα πάλι να κουράζομαι πιάσανε οι σφυγμοί τα 120, ρήμαξε η καρδιά απ’ το βάρος, προσπάθησα να ξαναθυμώσω λίγο μα ξενέρωσα.

Τώρα μου μένει να μεταφέρω το πείραμα και στο κρεβάτι. Και μετά θα γίνω διάσημη.

Όσα δεν πιάνει η αλεπού

Τάδε είπε φίλη καλή, και την καταλαβαίνω:

Είδα στον ύπνο μου κάτι το εξαιρετικά φρικιαστικό που λέω να το πω να μην το πω όμως αν δεν τον πω θα σκάσω και αν το πω θα εκτεθώ στον κόσμο έτσι, και είναι ντροπή στην κοινωνία να εκθέτεις τις πιο μύχιες σκέψεις, φτάνουν οι σέλφιζ και τα καθημερινά, μα σκέψου τη σκέψη σου να την μαθαίνει ο κόσμος όλος. Και ποια νομίζεις ότι είσαι που θα νοιαστεί ο κόσμος όλος για τα μπιιιιιιιιπ που έχεις στο μυαλό μουρλάντα. Είδα στον ύπνο μου λοιπόν ότι ερωτεύτηκα μια γριά, άσχημη και σπαστικιά, και ήμουν εγώ η γριά,  μεγάλωσα πια, μόνη και ανόητη, μαλακομαγνήτης πρώτης τάξεως, γιατί στ’ αλήθεια ξέρω πια με σιγουριά πως όταν κάποιος με γουστάρει είναι στα σίγουρα μαλάκας, κι αν κάνει το λάθος και μ’ αγαπήσει είναι πιο μαλάκας από μαλάκα, για γάμο δε μιλάμε, θα πρέπει να είναι δικαιοπρακτικά ολικώς και μερικώς ανίκανος στα όρια της ψυχιατρικής της τρέλας.

Και ξύπνησα ιδρωμένη, λέω καλά ρε μουρλάντα έτσι τον βλέπεις τον εαυτό σου, εσύ που μυαλό έχεις, και δυο μέτρα πόδια το να πάνω απ’ τ’ άλλο μαζί με τη μύτη σου, εσύ που σήμερα έστησες μόνη τα έπιπλα με τις λασκαρισμένες βίδες, άλλαξες τη λάμπα, σφουγγάρισες και έβαλες τις κρέμες σου, τι να τον κάνεις τον άντρα όταν έχεις τέτοια μπράτσα βρε φτου σου ομορφιά μου μοναξιά μου.

Μα δεν παρηγορήθηκα, μόνο βρήκα την ησυχία μου και δε θέλω να τη χάσω, κι ας τρώω τα λυσσακά που η μισή η κοινωνία γυρνά και  λέει κοίτα την καημένη έμεινε γεροντοκόρη αν δε βιαστεί θα χάσει το τρένο της ζωής – την κατάρα μου να χετε και να χάσετε τον ύπνο σας για κάθε σκέψη αρνητική -, κι εγώ το βράδυ στο σπιτάκι ανάμεσα στα δικά μου τα μαντζούνια να ατενίζω ευχαριστημένη το φεγγάρι επειδή με ευλόγησε να ερωτευτώ τον εαυτό μου, τη γρια-Άντα, ναι δε θυμάσαι που σου λεγα ότι θέλω να γίνω σαν τη Μις Μάρπλ όταν μεγαλώσω;  Κι άλλα σου λεγα την ώρα που κοιμόσουν αλλά εσύ όπως πάντα…κοιμόσουν όρθιος καθιστός και ξαπλωμένος.

Όσα δε πιάνει η αλεπού, βαρέθηκε να τα πιάνει. Τόσο απλό ήταν.